βραχυπόρος

βρᾰχυ-πόρος, ον,
A with a short orbit, of a cycle of births, Pl.R.546a; οἱ β. ὄρνιθες of short flight, Philostr.VA3.48: [comp] Comp., completing an orbit in shorter time, Procl.Hyp.1.24.
2 with narrow passage,

εἴσπλους Plu.Mar.15

(dub.l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυπόρος — ον (Α) 1. (για πτηνά) όποιος διαγράφει σύντομη τροχιά 2. φρ. «βραχυπόρος εἴσπλους» με στενό πέρασμα ή στενή είσοδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς + πόρος < πόρος «πέρασμα»] …   Dictionary of Greek

  • βραχυπορωτέραις — βραχύπορος fem dat comp pl βραχυπορωτέρᾱͅς , βραχύπορος fem dat comp pl (attic) βραχυπόρος with a short orbit fem dat comp pl βραχυπορωτέρᾱͅς , βραχυπόρος with a short orbit fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπορωτέρων — βραχύπορος fem gen comp pl βραχύπορος masc/neut gen comp pl βραχυπόρος with a short orbit fem gen comp pl βραχυπόρος with a short orbit masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπορώτερα — βραχύπορος neut nom/voc/acc comp pl βραχυπόρος with a short orbit neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπορώτεροι — βραχύπορος masc nom/voc comp pl βραχυπόρος with a short orbit masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπόρους — βραχύπορος masc/fem acc pl βραχυπόρος with a short orbit masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπόρων — βραχύπορος masc/fem/neut gen pl βραχυπόρος with a short orbit masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπόροι — βραχυπόρος with a short orbit masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχύποροι — βραχύπορος masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυπορωτέρα — βραχυπορωτέρᾱ , βραχύπορος fem nom/voc/acc comp dual βραχυπορωτέρᾱ , βραχύπορος fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) βραχυπορωτέρᾱ , βραχυπόρος with a short orbit fem nom/voc/acc comp dual βραχυπορωτέρᾱ , βραχυπόρος with a short orbit fem …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς. Πρώτο συνθετικό λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που δηλώνει: 1. Την σε όγκο, μήκος, έκταση ή ποσό βραχύτητα. Πρβλ. βραχυδάκτυλος, βραχυκέφαλος, βραχύπτερος, βραχυσκελής αρχ. βραχύλογος και βραχυλόγος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.